• Antonios Kryonis

Απουσία Επίγνωσης

Όταν ήμουν μικρός θυμάμαι την αίσθηση που είχα για τα πράγματα και τον κόσμο.

www.mentality.com.gr

Απορούσα με την έλλειψη τελειότητας σε αυτά που έβλεπα γύρω μου, είτε ήταν ανθρώπινες σχέσεις και συναλλαγές ή κάποια δημιουργία ή κατασκευή ενός έργου ή μιας οργάνωσης. Αυτή η αγνότητα και αγαθότητα των παιδικών χρόνων υπάρχει σε όλους καθώς ερχόμαστε στη ζωή και είναι η απόλυτη αίσθηση ευδαιμονίας και τελειότητας του πραγματικού Εαυτού μας. Καθώς ερχόμαστε σε επαφή με τη ζωή και αποκτούμε συνείδηση μέσα σε ένα σώμα μπαίνουμε στον κόσμο της δυαδικότητας. Παρόλο που στην αρχή σκεφτόμαστε τον κόσμο ως τον Εαυτό μας, σιγά σιγά ξεχνάμε αυτή την ανώτερη ποιότητα συνείδησης καθώς δεν έχουμε ανεπτυγμένη ακόμη την επίγνωση. Δηλαδή σε αυτή την κατάσταση δεν έχουμε την ικανότητα ακόμη να σκεφτόμαστε για τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε. Έτσι η επαφή μας με την άγνοια των γονιών και των σημαντικών άλλων διαστρεβλώνει σταδιακά την διαυγή μας αντίληψη. Με αυτόν τον τρόπο περιμένουμε τα πράγματα και οι άνθρωποί να ανταποκριθούν σε μία εικόνα που έχουμε γι’ αυτά και που μας γοητεύει. Όταν δεν έχουμε συνειδητή επίγνωση ταυτιζόμαστε με τα πράγματα και τις καταστάσεις και απλοϊκά θεωρούμε ότι τα πράγματα, οι άνθρωποι και οι καταστάσεις θα ανταποκριθούν στην αγαθή μας πρόθεση.


Γρήγορα αντιλαμβανόμαστε μέσα από τη δράση μας ότι υπάρχουν πολλά πράγματα που ξεπερνούν τις δυνάμεις μας. Αυτή η συνειδητοποίηση ότι δεν έχουμε την δύναμη να αλλάξουμε και να κάνουμε τους άλλους να συνταχθούν με την δική μας παιδική αίσθηση αγαθότητας, μας φέρνει από το ένα άκρο της ασυνείδητης γοητείας για την ζωή στο άλλο άκρο, την απογοήτευση από τον εαυτό μας!


Μέσα σε μια τέτοια κατάσταση έλλειψης επίγνωσης θα χρειαστεί να εκπαιδεύσουμε την προσοχή μας να εντοπίζει τον μηχανισμό που μας οδηγεί στην απογοήτευση του ίδιου μας του εαυτού, διαφορετικά λειτουργούμε ασυνείδητα. Μέσα σε μία τέτοια έλλειψη προσοχής και επίγνωσης περιμένουμε να συμβεί αυτό που αρχικά μας έχει γοητεύσει σαν μία αίσθηση. Η προσοχή με αυτό τον τρόπο δεσμεύεται σε αυτή την αναμονή για την επικείμενη ευχαρίστηση στο μέλλον. Σε αυτή την κατάσταση δεν μπορούμε να συνδεθούμε με το παρόν και έτσι η ευχαρίστηση παρατηρείται σαν μικρά διαλείμματα ανακούφισης και εμφανίζεται μόνο όταν η προσοχή μας διασπάται από το ασύνδετο παρόν.


Σε κάθε περίπτωση μας διαφεύγει το γεγονός ότι θυμώνουμε αφού έχουμε απογοητευτεί. Μπορεί να χρησιμοποιούμε τη λογική μας και να λέμε ότι τα πράγματα δεν πάνε όπως τα περιμένουμε, αλλά αν παρατηρήσουμε προσεκτικά θα δούμε ότι η απογοήτευση παραμένει σαν δυσάρεστη συναισθηματική πραγματικότητα.


Όταν αναλαμβάνουμε λοιπόν ένα έργο και εκ των υστέρων βλέπουμε ότι αυτό είναι πέρα από τις δυνάμεις μας, νιώθουμε αυτή την απογοήτευση που είναι μία αναπαραγωγή αυτής της παιδικής στάσης που αναφέραμε παραπάνω.


Είναι ένα μοτίβο, μια εικόνα, που συνήθως έχουμε όταν είμαστε μικροί ότι μπορούμε να κάνουμε τα πάντα ιδιαίτερα για αυτούς που αγαπάμε τον πατέρα ή την μητέρα μας. Όταν βλέπουμε ότι αυτοί δεν ανταποκρίνονται στις προσπάθειές μας και δεν αλλάζουν, θυμώνουμε με έναν θυμό διαχειριστικό και θέλουμε να συμμορφωθούν με αυτό που εμείς λέμε ή έχουμε σκεφτεί.


Σαν ενήλικές δεν έχουμε μάθει να ακούμε ενεργητικά τους άλλους. Όταν όμως δεν ακούμε πραγματικά τί λέει ο άλλος τότε όπως και όταν ήμασταν μικροί θυμώνουμε με έναν τρόπο που απαιτεί από τους άλλους να συμμορφωθούν στην δική μας εικόνα για την πραγματικότητα και γινόμαστε διαχειριστικοί.


Υπάρχει μεγάλη διαφορά στο να θυμώνουμε για να διαχειριστούμε τον άλλον με το να αποσαφηνίσουμε μία κατάσταση με ενσυναίσθηση και σε συντονισμό.

Στις σχέσεις οικειότητας όταν αυτές είναι λειτουργικές με ενσυναίσθηση και συντονισμό δημιουργείται ένα πεδίο όπου μόνο η ενεργητική ακρόαση του άλλου μας κάνει να λειτουργούμε σαν ένα ντουέτο μιας μουσικής μπάντας. Πάντα όταν παίζεις μουσική με κάποιον άλλον προσπαθείς να συντονιστείς ακούγοντάς πώς παίζει το ταίρι σου και συγχρονίζεις και το δικό σου παίξιμό. Καταλαβαίνουμε έτσι ότι υπάρχει μία συμπληρωματικότητα μέσα σε μία διαφορετικότητα. Αν η διαφορετικότητα είναι πολύ μεγάλη τότε δεν μπορούμε να την ενσωματώσουμε, χρειάζεται ο άλλος να μην είναι πολύ αλλά λίγο διαφορετικός ώστε να μας συμπληρώνει ενσωματώνοντας τη διαφορετικότητα του στη σχέση.


Η απογοήτευση & η ωραιοποίηση του εαυτού μας διαταράσσουν την αντιληπτική μας ικανότητα.

Ένα παράδειγμα είναι η Μαίρη, η οποία είναι μια θεραπευόμενη που ξεκίνησε να επισκέπτεται τον θεραπευτή της καθώς αντιμετώπιζε προβλήματα με τον σύζυγο της που ήταν άστατος, εγκατέλειπε την ίδια και το σπίτι σε τακτικά χρονικά διαστήματα τριγυρνώντας χωρίς να έχει καμία επικοινωνία.


Αγανακτισμένη συμφώνησε με τον θεραπευτή της ότι δεν πάει άλλο η κατάσταση και χρειάζεται να βάλει όρια. Την επόμενη φορά που ο σύντροφός της μετά από δυο μήνες απουσίας επέστρεψε στο σπίτι είπε στη θεραπεία ότι συζήτησαν μεταξύ τους ώριμα και συμφώνησαν ότι αυτό δεν θα ξανασυμβεί. Σε σύντομο διάστημα ο σύντροφος εξαφανίστηκε πάλι και η Μαίρη στην επόμενη συνάντηση με τον θεραπευτή της ήταν έξαλλη από θυμό. Ο θεραπευτής προσπάθησε να την καθησυχάσει και να την συμβουλεύσει να ξεχάσει και να αποχαιρετήσει μία σχέση που ήταν τόσο καταστροφική για την ίδια. Η Μαίρη συμφώνησε και συνέχισε τις συνεδρίες επεξεργαζόμενη τον αποχαιρετισμό της από τη σχέση.


Μία μέρα σε μία επόμενη συνάντηση μπήκε στο γραφείο του θεραπευτή ενθουσιασμένη ανακοινώνοντας ότι ο Τάσος, ο σύντροφός της, γύρισε πάλι και αυτή την φορά πραγματικά έχει αλλάξει και έχει καταλάβει τα λάθη του. Πέρασαν όλο το βράδυ μαζί κλαίγοντας και αποφάσισαν να κάνουν μία νέα αρχή! Ως εκ τούτου δεν χρειάζεται εκείνη να κάνει άλλες θεραπευτικές συναντήσεις…


Είναι άλλο να είσαι δοτικός και άλλο να είσαι δεκτικός.

Είναι σημαντικό να καταλαβαίνουμε πότε πραγματικά παίρνουμε και πότε πραγματικά δίνουμε σε μία σχέση η μία κατάσταση. Αυτό εξαρτάται από τον τρόπο που οργανώνουμε την δύναμη της ζωής στο ζωτικό μας χώρο, δηλαδή από τον τρόπο που λέμε κάτι και όχι από το περιεχόμενο.


Υπάρχουν κρίσιμές στιγμές όπου χρειάζεται να πει κανείς όχι σε κάποιον ή σε μία κατάσταση για να αποσαφηνίσει κάτι που φαίνεται αρχικά ασαφές και δημιουργεί διαταραχές στην αντίληψη σχετικά με το τί είναι πραγματικότητα και τι όχι.


Έτσι όταν λέμε Όχι, όταν θέλουμε να βάλουμε ένα όριο, τότε μπορεί να είμαστε σκληροί και απογοητευμένοι με τους άλλους. Αυτό σημαίνει ότι θέλουμε να πάρουμε ασυνείδητα κάτι που μάλλον δεν το χρειαζόμαστε ή θέλουμε να δώσουμε ασυνείδητα χωρίς να κατανοούμε τί προσδοκά αληθινά ο άλλος από εμάς.


Εναλλακτικά μπορεί να μην μπορούμε να πούμε Όχι και τότε είμαστε σκληροί και απογοητευμένοι από τον εαυτό μας. Έτσι προσπαθούμε να πάρουμε σαν παιδιά κάτι που χρειάζεται να το ζητήσουμε από μία ενήλικη θέση, δηλαδή προσπαθούμε να πάρουμε αυτό που ό άλλος δεν μπορεί ή δεν θέλει να μας δώσει. Δεν κατανοούμε επίσης σε αυτή την κατάσταση ότι προσπαθούμε να δώσουμε κάτι που δεν μπορούμε σε κάποιον που δεν το ζητά σαν ενήλικος αλλά απλώς έχει προσδοκίες από εμάς όπως ένα παιδί από τους γονείς του.


Η κατάσταση κατά την οποία λέμε Όχι με αγάπη, σχετίζεται με την προσφορά αυτού που έχουμε να δώσουμε και που ο άλλος προσδοκά και παράλληλα την λήψη μόνο αυτού που ο άλλος μπορεί και θέλει να μας δώσει και που εμείς χρειαζόμαστε.